Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Ο Ξένος που έγινε Αιμίλιος...


Ο Ξένος ήρθε στη παρέα μας, αρχές άνοιξης. Κανείς δε του έδωσε σημασία τουλάχιστον όχι τη σημασία που με τον καιρό φάνηκε να ζητάει. Φθινόπωρο και άνοιξη έρχονταν απρόσκλητοι πολλοί ξένοι και το μέγιστο μετά από δυο εβδομάδες έφευγαν πάλι. Όλοι λοιπόν πίστευαν ότι το θέμα ήταν ορμονικό, ο Ξένος είχε ενθουσιαστεί με τη Θάλεια και όταν περνούσε ο καιρός θα έφευγε και ακόμα και επάνω του να σκοντάφταμε δε θα τον αναγνωρίζαμε.

Όσο και αν αναγκαζόμουν να αποδεχτώ αυτή την κατάσταση κάθε φθινόπωρο και άνοιξη, πάντα ένιωθα μια απροσδιόριστη ενόχληση έως και μίσος γι’ αυτούς τους ξένους, για το θράσος τους και την έκδηλη λαγνεία τους. Τα πράγματα γίνονταν ανυπόφορα καθώς οι βδομάδες περνούσαν και ενώ υπενθύμιζα στον Ξένο ότι είναι καιρός να φύγει, ότι η Θάλεια τον χόρτασε, ότι το μέρος δεν του ανήκει εκείνος με περιφρονούσε. Άρχισα να τον κυνηγάω, να τον βρίζω και να τον κοιτάω με μίσος όταν αντιλήφθηκα ότι χωρίς να του το ζητήσει κανείς γάβγιζε στους επισκέπτες και στην υπόλοιπη παρέα εκτός ίσως από τον Ορέστη.

Οι υποψίες λοιπόν, στράφηκαν στο πρόσωπο του.

«Γιατί σε συμπαθεί ο ξένος;» τον ρωτούσα

«Γιατί τον ταΐζει και τον χαϊδεύει.» έλεγε η Mαρία «Έπρεπε να φορτωθούμε και αυτόν τον γρουσούζη;»

Η Μαρία ήταν πεπεισμένη ότι ο Ξένος, μας κουβάλησε τεράστιες ποσότητες γκαντεμιάς γι’ αυτό και χτύπησε το χέρι της, γι’ αυτό και τον τελευταίο καιρό υπάρχει ένα δυσοίωνο κλίμα στην παρέα. Ήταν πεπεισμένη ότι ο Ξένος ήταν σατανικός. Λοιπόν, όχι μόνο ενοχλούσε τη Θάλεια, όχι μόνο τριγυρνούσε γύρω από το σπίτι μας και κοιμόταν στα μπαλκόνια μας με απίστευτο τουπέ, όχι μόνο τολμούσε να μας γαβγίζει με εκείνη την αξιοθρήνητη φωνή του αλλά ήταν και γρουσούζης. Έπρεπε να φύγει.

Ο Γαβριήλ αναλάμβανε εκείνες τις μακρινές βόλτες που έκαναν τον καθένα να χαθεί. Μαζί με τον Ορέστη φόρτωσαν τον Ξένο στο αυτοκίνητο και τον άφησαν κάπου. Ο Ορέστης δεν έφερε πολλές αντιρρήσεις εφόσον αντιπαθούσα τον Ξένο και ταραζόμουν όταν τον έβλεπα να με κοιτάει με εκείνα τα σκούρα μάτια του που δεν είχαν ασπράδι.

Το άλλο απόγευμα ο Ξένος είχε γυρίσει.

Το ίδιο απόγευμα είχε τσιμπήσει ένα μυρμήγκι το πόδι της Μαρίας γεγονός που την έκανε να αφηνιάσει.

«Δε συμπεριφέρεται σαν σκυλί! Είναι διαβολικό!» φώναζε «Δεν μου αρέσει καθόλου! Να φύγει! Να φύγει ο γρουσούζης!»

Εγώ πάλι μπορεί να μην πίστευα ότι ο Ξένος ήταν γρουσούζης αλλά με εκνεύριζε το θράσος του, το ότι σουλάτσερνε σπίτι μου και όποτε με έβλεπε έβγαζε ένα αξιοθρήνητο «Γαβ» που με τρόμαζε και με έκανε να συμπεριφέρομαι τελείως ανάρμοστα.

«Μην το ταΐζεις το βρωμόσκυλο. Δίωξε το! Μου χαλά την ηρεμία μου κάθε φορά, ο κοπρίτης.» φώναζα στον Ορέστη που όταν δεν τον βλέπαμε συμπεριφερόταν στον Ξένο λες και ήταν ένας από εμάς και τώρα που γύρισε ήταν χαρούμενος και περήφανος.

Και ο Γαβριήλ θίχτηκε από τον Ξένο. Γιατί ποτέ κανένας σκύλος δε γύρισε από τις μακρινές βόλτες του, ούτε καν οι σκύλοι που μεγάλωσαν στο σπίτι μας και τους αγαπήσαμε και με βαριά καρδιά τους χάσαμε σε μια μακρινή βόλτα. Πήρε λοιπόν ξανά τον Ξένο και τον πήγε ακόμα πιο μακριά.

Σε όλη την διαδρομή καθόταν ήσυχος στο πίσω κάθισμα και έβλεπε έξω. Ήταν αποφασισμένος να θυμάται κάθε στροφή για να ξαναγυρίσει πράγμα που ο Γαβριήλ δεν μπορούσε να καταλάβει. Ένιωθε τη στεναχώρια του Ορέστη που καθόταν στη θέση του συνοδηγού και πότε- πότε άπλωνε πίσω το χέρι του για να ζητήσει συγνώμη και ο Ξένος ακουμπούσε τη μουσούδα του για μερικά δευτερόλεπτα στη ανοιχτή παλάμη και ύστερα γύριζε πάλι προς το παράθυρο. Όταν τον άφησαν και έφυγαν ο Ξένος έτρεχε πίσω απ’ το αυτοκίνητο κλαίγοντας, σπαράζοντας την καρδιά του Ορέστη.

«Αυτό το σκυλί ήταν καλό και έξυπνο, η θέση του ήταν δίπλα μας αλλά αφού δεν τον θέλετε…» είπε. Σε λίγο ο σκύλος ούτε που φαινόταν. Δε μπόρεσε να συναγωνιστεί το αμάξι.

Το άλλο πρωί ο Γαβριήλ, η Μαρία και εγώ πήγαμε εκδρομή με το αυτοκίνητο. Δε προλάβαμε να απομακρυνθούμε πάνω από πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι όταν ακούσαμε τη Μαρία να φωνάζει. «Ο Ξένος, ο Ξένος!». Ήταν απίστευτο. Είχε πάρει αντίθετα τον δρόμο και γυρνούσε κουτσαίνοντας. Μόλις περάσαμε με το αυτοκίνητο, κοντοστάθηκε και γύρισε το κεφάλι του προς τα εμάς. Και τότε τον άκουσα στην καρδιά μου: «Αιμίλιος. Όχι ξένος, Αιμίλιος. Να το θυμάσαι.»

Ο Γαβριήλ είπε ότι θα έπρεπε να περπατάει όλη τη νύχτα για να έχει φτάσει σε αυτό το σημείο εκείνη την ώρα και εγώ συνειδητοποίησα ότι ο Ξένος είχε γίνει Αιμίλιος. Είχε γίνει ένας από εμάς γιατί κανείς από εμάς δε το θέλησε ποτέ όσο αυτός.

Όταν γυρίσαμε από την εκδρομή πήγα κοντά του. Απομακρύνθηκε τρομαγμένος. Τότε του έτεινα το χέρι και τον κοίταξα με τον θαυμασμό που του άρμοζε.

«Όσα είπαμε νερό και αλάτι.» είπα και εκείνος τρέμοντας έγειρε στα πόδια μου δείχνοντάς μου εμπιστοσύνη. Κάθισα σε έναν κορμό δέντρου και εντυπωσιασμένη με την ψυχική του δύναμη, αυθόρμητα άρχισα να τραγουδώ το μυστικό τραγούδι της αφοσίωσης, της δυνατότερης μορφής αγάπης. Εκείνος ξάπλωσε στα πόδια μου καθώς τραγουδούσα και ένοιωσα το βάρος απ’ το κεφάλι του όχι στα πόδια μου μα στη καρδιά μου. Ήταν εκείνη η στιγμή που τα σκούρα μάτια του χωρίς ασπράδι έγιναν αγαπημένα μάτια.

Από τον Αιμίλιο έμαθα ότι ακόμα και όταν οι περισσότεροι σε μισούν και ένας μόνο σε αγαπάει οφείλεις να γυρίσεις και να αποζητήσεις αυτόν τον έναν ακόμα και αν ζει με τους περισσότερους γιατί η αγάπη του ενός είναι πολύ περισσότερη από την αδιαφορία του κόσμου και πολύ περισσότερη από το μίσος των υπολοίπων ή κάποια υποτυπώδη παγκόσμια αποδοχή.

(Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. )