Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Πεταλούδες...


Πεντακόσιες χιλιάδες πεταλούδες πεταρίζουν
Σε  ένα δωμάτιο γεμάτο ρολόγια
Αλλάζοντας τους δείχτες συνέχεια
Χιλιάδες λέξεις ανάμεσα στα φιλιά
Μόνο οι ανόητοι ελέγχουν σύνταξη και ορθογραφία
Χιλιάδες λέξεις ανάμεσα στα αγγίγματα
Μόνο οι ανόητοι γρατζουνίζονται
Πεντακόσιες χιλιάδες πεταλούδες πεταρίζουν
Στο στομάχι μου διαλύοντας το δείπνο
Μπερδεύοντας την κυκλοφορία
Στέλνουν το αίμα από καρδιά σε καρδιά
Από σώμα σε σώμα
Πεντακόσιες χιλιάδες πεταλούδες πεταρίζουν
Και μοιράζονται ανάμεσα μας
Η λήθη ξεχάστηκε
Και αναδύονται εκατομμύρια αναμνήσεις
Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
Στον έρωτα του μίσους, στην αγάπη κάποιας αδιαφορίας
Στη προσφορά της εκδίκησης, στη τόλμη και στην ατολμία
Στο ρυθμό της σιωπής, στα δάκρυα του κόκκινου πυρετού.
Πεντακόσιες χιλιάδες πεταλούδες πεταρίζουν
Σκεπάζοντας μας με τα χρωματιστά φτερά τους.


Κράτησέ με καλύτερα!

Απομακρύνομαι  από την αγκαλιά σου, γλιστράω…
Περνάει η μέρα μου, περνάω και εγώ μαζί της.
Απομακρύνομαι απ’ τη σκέψη σου και πέφτει ο ήλιος
Λάμπει το κενό σου τώρα…
Πόσο εύκολα μπορώ  να νιώσω την απώλεια πριν ακόμα σε κάνω δικό μου.
Δικό μου!

 Ακούς;

Το καινούργιο μου  παιχνίδι που θα στολίσω τόσο όμορφα
έτσι ώστε όποιος το βλέπει να ζηλεύει…
Τι τέλειο!
Με τη γυαλιστερή ζελατίνα του και το χρωματιστό κουτί του, γεμάτο υποσχέσεις…
Δικό μου, ολόδικό μου!
Μπορώ να το περιεργαστώ απ’ όλες τις απόψεις…
Έχει  ζάρια, πιόνια, κάρτες
Αλλά
Πού θα ρίξω τα ζάρια;
Πώς θα μετακινήσω τα πιόνια;
Πότε θα διαβάσω τις κάρτες;
Δεν υπάρχει ταμπλό!

Κράτησέ με καλύτερα…
Πρόσεξέ με! Γλιστράω.
Και δε σε νιώθω.
Θα μπεις σε εκείνο το τελευταίο συρτάρι του γραφείου μου
Όταν ψάχνω κάτι, ενώ στη πραγματικότητα το αποφεύγω, θα το ανοίγω.  
Με τη μακρινή σου ανάμνηση θα σκοτώνω τον χρόνο.
Η φτιαχτή γλυκιά ανάμνηση σου…
Το ψεύτικο γλυκό μου παρελθόν να καλύπτει τη θλίψη των στιγμών που πέρασαν
γενικά            και             αόριστα.

Γι’ αυτό σου λέω
Κράτησε με, καλύτερα
Δε σε νοιώθω!
Αν ήσουν πράγματι εσύ,
το ελάχιστο του αγγίγματός σου,
της εικόνας σου,  της φωνής σου,
της μυρωδιάς σου, θα ήταν για μένα η καλύτερη φυλακή.
Τώρα σου ζητάω να με πονέσεις …

Συγνώμη, δεν είσαι εσύ…
Δε φταις !
Αλλά κάποιος πρέπει να φταίει.
Κάποιον πρέπει να πληγώσω,
να καλυφθεί η απογοήτευσή μου από τύψεις
Ντρέπομαι…
Δε σε νιώθω!
Προσπαθώ..

Χτύπα εδώ!
Και εδώ!             Και εδώ!               ΚΑΙ ΕΔΩ!
Χτύπα δυνατά!

Όχι… τίποτα… τίποτα..

                                                                     
                                                                               (11/9/09)

Μοιρολάτρες


Αγάπη μου ξέρω τι μας συμβαίνει… Γεννηθήκαμε τραγικοί, όχι. Γεννηθήκαμε κάτι παραπάνω από τραγικοί, γεννηθήκαμε μοιρολάτρες. Είμαστε κάτι ξεχασμένοι μοιρολάτρες σε έναν κόσμο που έχει πια σαπίσει. Και δεν μιλάω για την απλή σαπίλα που όλοι, λίγο πολύ μυρίζουμε. Μιλάω για ένα άμορφο κουφάρι που ξερνάει την καταστροφή του, τα σκουλήκια του, που το τρώνε ακατάπαυστα, το τρώνε και ταυτόχρονα το ξερνάνε γιατί ούτε και τα πιο αηδιαστικά σκουλήκια δεν μπορούν να κρατήσουν μέσα τους αυτό το σίχαμα. Μιλάμε για πάθη, για αφοσίωση και για δημιουργικότητα. Μιλάμε για την ανθρωπιά που έφαγαν και ξέρασαν τα σκουλήκια και τώρα στέκει πάνω από τον σαπισμένο κόσμο μας σα σάλτσα. Οι άνθρωποι με πάθη είναι πλέον η σάλτσα της καταδίκης και της σαπίλας. Δεν χρειάζεται να στεναχωριόμαστε τόσο πολύ που είμαστε το σάπιο κουφάρι και όχι η σάλτσα από ξερατά. 

Τουλάχιστον εμείς παραμένουμε ακόμα αυθεντικοί, δεν έχουμε αλλοιωθεί από τα στομαχικά υγρά των αποσυνθετικών οργανισμών. Είμαστε ακόμα αυθεντικοί, γιατί ξέρουμε πως για να εφαρμόσουμε τις λαμπρές ιδέες μας, για να εκθέσουμε τις στοργικές δημιουργίες μας πρέπει να έρθουμε σε επαφή με το σύστημα, με τα ξερατά. Με αυτούς που νομίζουν ότι κάτι είναι, με τους ψεύτικους και τους αλλοιωμένους, με τους αποξενωμένους από τον ίδιο τον εαυτό τους. Είμαστε κάτι απομεινάρια από το κουφάρι της ανθρωπιάς και των παθών και της αφοσίωσης και της δημιουργικότητας. Εμείς είμαστε αυθεντικοί, ας μην λυπόμαστε γι’ αυτό. Δεν το διαλέξαμε εμείς, γεννηθήκαμε μοιρολάτρες σε μια μοίρα που ξέρουμε ότι θα μας χτυπάει αλύπητα αν κάθε μέρα δεν παρακαλάμε και αν δεν συμβιβαζόμαστε με κάτι λιγότερο από τον εαυτό μας.

Σήμερα πάλι έκανε το μέγιστο των λαθών, αναδρομή στο παρελθόν. Και τα φαντάσματα ξύπνησαν και βγήκαν από τους τοίχους και κοιμήθηκαν πλάι της. Μουδιασμένη ένιωθε την ανάσα τους στο σβέρκο της. Αν δεν θυμάσαι όλα τα γεγονότα καλύτερα να ξεχάσεις και αυτά που έτυχε να καταγράψεις. Την πλημμύρισαν συναισθήματα που αποκήρυξε. Είχε γλιτώσει, είχε βγει από εκείνο το κλουβί και η ηλίθια ξαναμπήκε, κλείδωσε και κατάπιε το κλειδί. Άντε να βγει πάλι η νύχτα. Καλύτερα να στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας στο μισοσκόταδο για να μαζοχιστεί εάν αυτό της έλειπε σήμερα. Να τρομάξει από το τώρα και όχι από το πριν. Τον τωρινό εαυτό σου μπορείς να τον διαχειριστείς, μάλιστα έχει την πλάκα του να προσπαθείς να τον τρομάξεις αλλά το πριν… σε στοιχειώνει.

 Είχε πράγματι αγαπήσει τόσο πολύ; Προδοσία! Η προδοσία κάνει τα πάντα να φαίνονται πολύ. Πόνος! Ο πόνος που δεν εκτιμήθηκε, ο πόνος που δεν δικαιώθηκε βρίσκει ένα μέρος στα μέσα σου για μόνιμη κατοικία. Το μόνο που έπρεπε να κάνει είναι να αποφεύγει να χτυπάει το κουδούνι για να ζητάει τα νοίκια. Δικαιώνεται ο πόνος; Εάν είναι πόνος προσμονής, εάν είναι πόνος απόστασης, εάν είναι πόνος ζήλιας, εάν είναι πόνος εγκατάλειψης… όχι ούτε τότε. Δεν δικαιώνεται ο μη-σωματικός πόνος. Δεν αναπλάθεται η ψυχή. Κουβαλάει τις δαγκωματιές της.

Και όμως γυρίζει...


Ο Θεός μιλάει την γλώσσα της ταπείνωσης και της απελπισίας. Τη γλώσσα των διαρκών ευχαριστιών για τα χαμόγελα της τύχης και των παρακλήσεων να μην αναγκαστείς να γυρίσεις πίσω τα πράγματα που δεν υπολόγισες ότι χρειαζόσουν τόσο. Το να πιστεύεις θέλει χρόνια επιμόρφωσης και πρακτικής άσκησης που περιλαμβάνουν φόβο μην καταστραφεί η ευτυχία και φόβο μην γίνει πιο δυστυχισμένη η δυστυχία γιατί δεν ένιωσες αρκετά άσχημα για τους ανθρώπους που πάντα θα έχουν λιγότερα. Το «Πιστεύω» δικαιολογεί ότι τίποτα δεν σου ανήκει, τίποτα δεν έχεις την δύναμη να προστατέψεις και τίποτα δεν μπορείς να λες ότι είσαι.

Πάντα θα κάνεις αμαρτίες. Θα παρακούς, θα αναβάλεις υποσχέσεις από καθαρή οκνηρία, θα κοιτάς άσεμνα, θα φθονείς… Οι αμαρτίες έχουν οριστεί έτσι ώστε να είναι αδύνατο να τις αποφύγεις. Πόσο αντέχει ένα περήφανο ον που σχεδίασε ολόκληρο αποχετευτικό σύστημα για να κρύβει τα σκατά του, να ζητάει συγνώμη με ταπείνωση και απελπισία. Κάποια στιγμή αναγνωρίζεις ότι δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Έχεις σχεδιαστεί για να υποκύπτεις. Είναι αν μη τι άλλο υποκριτικό να λες ότι δεν θα το ξανακάνεις. Γιατί να προσπαθείς καν;

Είναι ζήτημα επιβίωσης να πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιος πάνω από όλα, άσπιλος και ανέγγιχτος, σπλαχνικός και αθάνατος που είναι μέσα σε όλα και έχει απ’ όλα. Κάποιος που θα αποτελεί πάντα την τελευταία σανίδα σωτηρίας σου. Η ελπίδα για να συνεχίσεις να παλεύεις. Οτιδήποτε άλλο μπορεί να χαθεί, ο Θεός όμως…. Είναι μεγάλος. Εάν έχεις εκλογικεύσει την πίστη μπορείς να λες ότι πιστεύεις; Και αν όντως υπάρχει Θεός, η παραπάνω ωφελιμιστική ανθρωποκεντρική ψυχοδιανοητική δικαιολογία για να τον πιστεύεις κατά πόσο τον προσβάλει; Και αν δεν υπάρχει, και ο κάθε άνθρωπος κρύβει τον Θεό του και όλα απειρίζουν προς τα πίσω και προς τα μπρος και ούτω καθεξής κατά πόσο το πιστεύω σου πετυχαίνει τον σκοπό του στην υπέρτατη στιγμή απελπισίας σου;

Αν αφαιρέσω την λογική μου, τα πράγματα θα έχουν δικιά τους;