Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Ο Ξένος που έγινε Αιμίλιος...


Ο Ξένος ήρθε στη παρέα μας, αρχές άνοιξης. Κανείς δε του έδωσε σημασία τουλάχιστον όχι τη σημασία που με τον καιρό φάνηκε να ζητάει. Φθινόπωρο και άνοιξη έρχονταν απρόσκλητοι πολλοί ξένοι και το μέγιστο μετά από δυο εβδομάδες έφευγαν πάλι. Όλοι λοιπόν πίστευαν ότι το θέμα ήταν ορμονικό, ο Ξένος είχε ενθουσιαστεί με τη Θάλεια και όταν περνούσε ο καιρός θα έφευγε και ακόμα και επάνω του να σκοντάφταμε δε θα τον αναγνωρίζαμε.

Όσο και αν αναγκαζόμουν να αποδεχτώ αυτή την κατάσταση κάθε φθινόπωρο και άνοιξη, πάντα ένιωθα μια απροσδιόριστη ενόχληση έως και μίσος γι’ αυτούς τους ξένους, για το θράσος τους και την έκδηλη λαγνεία τους. Τα πράγματα γίνονταν ανυπόφορα καθώς οι βδομάδες περνούσαν και ενώ υπενθύμιζα στον Ξένο ότι είναι καιρός να φύγει, ότι η Θάλεια τον χόρτασε, ότι το μέρος δεν του ανήκει εκείνος με περιφρονούσε. Άρχισα να τον κυνηγάω, να τον βρίζω και να τον κοιτάω με μίσος όταν αντιλήφθηκα ότι χωρίς να του το ζητήσει κανείς γάβγιζε στους επισκέπτες και στην υπόλοιπη παρέα εκτός ίσως από τον Ορέστη.

Οι υποψίες λοιπόν, στράφηκαν στο πρόσωπο του.

«Γιατί σε συμπαθεί ο ξένος;» τον ρωτούσα

«Γιατί τον ταΐζει και τον χαϊδεύει.» έλεγε η Mαρία «Έπρεπε να φορτωθούμε και αυτόν τον γρουσούζη;»

Η Μαρία ήταν πεπεισμένη ότι ο Ξένος, μας κουβάλησε τεράστιες ποσότητες γκαντεμιάς γι’ αυτό και χτύπησε το χέρι της, γι’ αυτό και τον τελευταίο καιρό υπάρχει ένα δυσοίωνο κλίμα στην παρέα. Ήταν πεπεισμένη ότι ο Ξένος ήταν σατανικός. Λοιπόν, όχι μόνο ενοχλούσε τη Θάλεια, όχι μόνο τριγυρνούσε γύρω από το σπίτι μας και κοιμόταν στα μπαλκόνια μας με απίστευτο τουπέ, όχι μόνο τολμούσε να μας γαβγίζει με εκείνη την αξιοθρήνητη φωνή του αλλά ήταν και γρουσούζης. Έπρεπε να φύγει.

Ο Γαβριήλ αναλάμβανε εκείνες τις μακρινές βόλτες που έκαναν τον καθένα να χαθεί. Μαζί με τον Ορέστη φόρτωσαν τον Ξένο στο αυτοκίνητο και τον άφησαν κάπου. Ο Ορέστης δεν έφερε πολλές αντιρρήσεις εφόσον αντιπαθούσα τον Ξένο και ταραζόμουν όταν τον έβλεπα να με κοιτάει με εκείνα τα σκούρα μάτια του που δεν είχαν ασπράδι.

Το άλλο απόγευμα ο Ξένος είχε γυρίσει.

Το ίδιο απόγευμα είχε τσιμπήσει ένα μυρμήγκι το πόδι της Μαρίας γεγονός που την έκανε να αφηνιάσει.

«Δε συμπεριφέρεται σαν σκυλί! Είναι διαβολικό!» φώναζε «Δεν μου αρέσει καθόλου! Να φύγει! Να φύγει ο γρουσούζης!»

Εγώ πάλι μπορεί να μην πίστευα ότι ο Ξένος ήταν γρουσούζης αλλά με εκνεύριζε το θράσος του, το ότι σουλάτσερνε σπίτι μου και όποτε με έβλεπε έβγαζε ένα αξιοθρήνητο «Γαβ» που με τρόμαζε και με έκανε να συμπεριφέρομαι τελείως ανάρμοστα.

«Μην το ταΐζεις το βρωμόσκυλο. Δίωξε το! Μου χαλά την ηρεμία μου κάθε φορά, ο κοπρίτης.» φώναζα στον Ορέστη που όταν δεν τον βλέπαμε συμπεριφερόταν στον Ξένο λες και ήταν ένας από εμάς και τώρα που γύρισε ήταν χαρούμενος και περήφανος.

Και ο Γαβριήλ θίχτηκε από τον Ξένο. Γιατί ποτέ κανένας σκύλος δε γύρισε από τις μακρινές βόλτες του, ούτε καν οι σκύλοι που μεγάλωσαν στο σπίτι μας και τους αγαπήσαμε και με βαριά καρδιά τους χάσαμε σε μια μακρινή βόλτα. Πήρε λοιπόν ξανά τον Ξένο και τον πήγε ακόμα πιο μακριά.

Σε όλη την διαδρομή καθόταν ήσυχος στο πίσω κάθισμα και έβλεπε έξω. Ήταν αποφασισμένος να θυμάται κάθε στροφή για να ξαναγυρίσει πράγμα που ο Γαβριήλ δεν μπορούσε να καταλάβει. Ένιωθε τη στεναχώρια του Ορέστη που καθόταν στη θέση του συνοδηγού και πότε- πότε άπλωνε πίσω το χέρι του για να ζητήσει συγνώμη και ο Ξένος ακουμπούσε τη μουσούδα του για μερικά δευτερόλεπτα στη ανοιχτή παλάμη και ύστερα γύριζε πάλι προς το παράθυρο. Όταν τον άφησαν και έφυγαν ο Ξένος έτρεχε πίσω απ’ το αυτοκίνητο κλαίγοντας, σπαράζοντας την καρδιά του Ορέστη.

«Αυτό το σκυλί ήταν καλό και έξυπνο, η θέση του ήταν δίπλα μας αλλά αφού δεν τον θέλετε…» είπε. Σε λίγο ο σκύλος ούτε που φαινόταν. Δε μπόρεσε να συναγωνιστεί το αμάξι.

Το άλλο πρωί ο Γαβριήλ, η Μαρία και εγώ πήγαμε εκδρομή με το αυτοκίνητο. Δε προλάβαμε να απομακρυνθούμε πάνω από πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι όταν ακούσαμε τη Μαρία να φωνάζει. «Ο Ξένος, ο Ξένος!». Ήταν απίστευτο. Είχε πάρει αντίθετα τον δρόμο και γυρνούσε κουτσαίνοντας. Μόλις περάσαμε με το αυτοκίνητο, κοντοστάθηκε και γύρισε το κεφάλι του προς τα εμάς. Και τότε τον άκουσα στην καρδιά μου: «Αιμίλιος. Όχι ξένος, Αιμίλιος. Να το θυμάσαι.»

Ο Γαβριήλ είπε ότι θα έπρεπε να περπατάει όλη τη νύχτα για να έχει φτάσει σε αυτό το σημείο εκείνη την ώρα και εγώ συνειδητοποίησα ότι ο Ξένος είχε γίνει Αιμίλιος. Είχε γίνει ένας από εμάς γιατί κανείς από εμάς δε το θέλησε ποτέ όσο αυτός.

Όταν γυρίσαμε από την εκδρομή πήγα κοντά του. Απομακρύνθηκε τρομαγμένος. Τότε του έτεινα το χέρι και τον κοίταξα με τον θαυμασμό που του άρμοζε.

«Όσα είπαμε νερό και αλάτι.» είπα και εκείνος τρέμοντας έγειρε στα πόδια μου δείχνοντάς μου εμπιστοσύνη. Κάθισα σε έναν κορμό δέντρου και εντυπωσιασμένη με την ψυχική του δύναμη, αυθόρμητα άρχισα να τραγουδώ το μυστικό τραγούδι της αφοσίωσης, της δυνατότερης μορφής αγάπης. Εκείνος ξάπλωσε στα πόδια μου καθώς τραγουδούσα και ένοιωσα το βάρος απ’ το κεφάλι του όχι στα πόδια μου μα στη καρδιά μου. Ήταν εκείνη η στιγμή που τα σκούρα μάτια του χωρίς ασπράδι έγιναν αγαπημένα μάτια.

Από τον Αιμίλιο έμαθα ότι ακόμα και όταν οι περισσότεροι σε μισούν και ένας μόνο σε αγαπάει οφείλεις να γυρίσεις και να αποζητήσεις αυτόν τον έναν ακόμα και αν ζει με τους περισσότερους γιατί η αγάπη του ενός είναι πολύ περισσότερη από την αδιαφορία του κόσμου και πολύ περισσότερη από το μίσος των υπολοίπων ή κάποια υποτυπώδη παγκόσμια αποδοχή.

(Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. )

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Πού πήγε το τασάκι;;;;;


Και να που ήρθε ο καιρός να γράψω και εγώ μια ιστορία μυστηρίου. Δεν είμαι περήφανη ούτε ενθουσιασμένη με όλα αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μου. Κατά περίεργο τρόπο δεν είμαι ούτε απογοητευμένη ούτε απαισιόδοξη αλλά αν αρχίσω έτσι θα καταλήξω να φιλοσοφώ και δεν θα καταγράψω ποτέ την πρώτη μου αληθινή ιστορία μυστηρίου.


Πάει ένας χρόνος λοιπόν που μένω σε αυτό το σπίτι. Πάει ένας χρόνος που ανεβοκατεβαίνω αγκομαχώντας αυτά τα ένδοξα 69 σκαλοπάτια. Ναι, είναι γεγονός. Δεν έχω ασανσέρ και μένω ρετιρέ σε μια παμπάλαια πολυκατοικία και πληρώνω και ένα κάρο λεφτά στους λογαριασμούς κάθε δίμηνο γιατί έχω διαρροές από παντού. Θα μου πείτε: Κελεπούρι ρε το σπιτάκι σου. Και εγώ θα σας απαντήσω: Ου μπλέξεις με μεσίτη. Θα σου δείξουν ογδόντα σκοτεινές τρύπες για να στεγάσεις τη φοιτητική σου ζωή και όταν θα τις απορρίψεις, απελπισμένη και σχεδόν πεπεισμένη ότι θα ξαναγυρίσεις στο πατρικό σου σε φέρνουν στο σπιτάκι μου και το βλέπεις σαν παλάτι, για να μην αναφέρω ότι πάνω στον ενθουσιασμό σου που κατευθύνεσαι ψηλότερα δεν νοιώθεις καμία κούραση από τα 69 σκαλοπάτια. Για να μην νομίζετε ότι με έπιασαν τελείως κορόιδο θα σας πω και τα αβαντάζ του σπιτιού. Η διαρρύθμιση των χώρων δεν είναι καθόλου άσχημη, το κέντρο της πόλης είναι στα πόδια μου και διαθέτω μια τεράστια βεράντα με θέα τη θάλασσα.


Και τώρα θα εστιάσω στη βεράντα αρχίζοντας από την αγαπημένη μου μητέρα που συνεχώς νοιάζεται και φροντίζει για την ασφάλεια μου όπως κάθε καλή μητέρα οφείλει να κάνει. Έβαλε λοιπόν τον πατέρα μου να ντύσει τη βεράντα με δύο μέτρα προστατευτικό εκτός από ένα κομμάτι στη δεξιά άκρη της βεράντας που βλέπει θάλασσα και αντί για κάγκελα έχει ένα κοντό τοιχάκι που φτάνει ως τη λεκάνη μου. Περιττές πληροφορίες θα μου πείτε και έτσι εγώ για να μην δυσανασχετείτε σε αυτό το σημείο οφείλω να σας ενημερώσω ότι στη βεράντα εκτυλίχτηκε η πρώτη αληθινή ιστορία μυστηρίου μου. Συνεχίζω λοιπόν.


Το σπίτι όπως προανέφερα είναι ρετιρέ που σημαίνει ότι από πάνω μου δεν έχω τίποτα άλλο πέρα από το ταβάνι μου από την έξω πλευρά του. Κάποιοι το ονομάζουν ταράτσα αλλά εγώ οφείλω να διαφωνήσω διότι δεν περιτριγυρίζεται από κάγκελα, δεν έχει πάτωμα και γενικά όποιος θα μπει στο κόπο να επισκεφτεί το ταβάνι μου από την έξω μεριά του θα το κάνει γιατί θέλει να μετατρέψει την καλωδιακή του σε νόβα. Η μητέρα μου επέμενε επίσης να βάλουμε συρματόπλεγμα γύρω-γύρω απ’ την «ταράτσα» μη τυχών κατέβει κανείς με αερόστατο για να κάνει κακό στο κοριτσάκι της. Εντάξει υπερβάλω. Αυτό που την ταλαιπωρούσε είναι ότι κολλητά στη πολυκατοικία που μένω είναι και μια άλλη πολυκατοικία επομένως η «ταράτσα» είναι ενιαία και η είσοδος προς αυτήν υπάρχει μόνο στην άλλη πολυκατοικία. . Επίσης ένα δεύτερο τοιχάκι στα αριστερά της βεράντας τη χωρίζει από την βεράντα του ρετιρέ της διπλανής πολυκατοικίας που δεν έχει νοικιαστεί ακόμα και ούτε πρόκειται για λόγους που θα αναφέρω παρακάτω. Και αυτό ταλαιπώρησε τη μαμά μου και έβαλε ένα ατσάλινο διαχωριστικό χωρίς να περιοριστεί στο τοιχάκι που φτάνει ως τη λεκάνη μου το οποίο πηδούσα με ευκολία όταν την πρώτη βδομάδα οι παππούδες που προσφέρθηκαν να μείνουν μαζί μου για να μην μου έρθει απότομα η αλλαγή και εγώ ήθελα να κάνω κανένα τσιγαράκι χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Που με πήραν δηλαδή γιατί σε ένα δυάρι τι μπορείς να κρατήσεις κρυφό (;) αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τελικά το συρματόπλεγμα ήταν η μοναδική ιδέα της μαμάς μου που δεν εφαρμόστηκε γιατί όλοι τη θεωρήσαμε υπερβολική και ανυπόστατη.


Η πρώτη κίνηση ανεξαρτησίας μου όταν οι παππούδες μου ξεκουμπίστηκαν ε…. θέλω να πω έφυγαν επιτέλους ήταν να αγοράσω ένα υπέροχο πήλινο μαύρο τασάκι και να το εναποθέσω πάνω στο πλαστικό τραπέζι της βεράντας το οποίο μετακίνησα μπροστά από το δεξί τοιχάκι για να έχω θέα στη θάλασσα καθώς απολάμβανα την μοναδική κακιά συνήθειά μου – το κάπνισμα!!! Έπειτα οι μέρες κρύωσαν και πήρα και ένα παρόμοιο άσπρο τασάκι εσωτερικού χώρου. Και φτάνουμε στο σήμερα. Μια σπαστική Τρίτη που ακολούθησε μια κοιμισμένη Δευτέρα. Βλέπετε το σαββατοκύριακο πήγα να δω τους γονείς μου και χρειάστηκε να σηκωθώ απ’ τις έξι το πρωί της Δευτέρας για να γυρίσω.


Μια απέραντη αίσθηση βαρεμάρας με κατέκλυζε από την αρχή της ημέρας και η μόνη μου επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο ήταν μέσω msn . Η καρέκλα του γραφείου όμως εκείνη την ημέρα ήταν υπερβολικά άβολη για να στεγάσω τη βαρεμάρα μου και μετακινήθηκα μαζί με το laptop στον καναπέ. Σε μια απότομη κίνηση μου, απόρροια ενός έντονου καλέσματος της φύσης, ρίχνω κάτω το άσπρο τασάκι που φυσικά και έσπασε σκορπίζοντας τις στάχτες στο χαλί. Χωρίς να πτοηθώ, αφού πρώτα υπηρέτησα τη φύση, βγαίνω έξω στη βεράντα να πάρω το μαύρο τασάκι. Και μένω εκεί ακίνητη και μουδιασμένη.


Το τασάκι ήταν άφαντο, καθώς και το τραπέζι που το στήριζε. Έπειτα από κάποια δευτερόλεπτα απόλυτης αφασίας σκέφτομαι να κοιτάξω κάτω. Το τραπέζι με τα τέσσερα ποδαράκια του αποκομμένα βίαια από την επιφάνεια του, βρίσκονταν πάνω στη στέγη του Καραμέλα. Το Καραμέλα είναι ένα μπουζουξίδικο της συμφοράς κολλητά με την πολυκατοικία μου το οποίο έπαψε από καιρό να λειτουργεί γιατί άνετα μπορεί κάποιος να το παρομοιάσει με στάνη. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι το τασάκι μου που δεν το έβλεπα πουθενά και δευτερευόντως το τραπέζι μου που κυριολεκτικά εκσφενδονίστηκε. Θα μου πείτε ο αέρας! Και εγώ θα σας πω ότι μπορεί πολλές φορές να αμφιβάλλω για τη νοημοσύνη μου αλλά θα ήταν κάπως δύσκολο ο αέρας να σήκωσε ολόκληρο τραπέζι και να μην μετακίνησε τις πλαστικές καρέκλες, ούτε τη σκούπα. Ένας πολύ επιλεκτικός αέρας ίσως. Ένας αέρας που είχε πολλά προηγούμενα με το τραπέζι μου.


Τα σενάρια έδιναν και έπαιρναν. Μπορεί πολλές φορές να αμφιβάλλω για την νοημοσύνη μου αλλά δεν συγκρίνονται με τις φορές που αμφιβάλλω για την ψυχική υγεία μου. Έτσι σκέφτηκα ότι το βράδυ σηκώθηκα υπνοβατώντας βγήκα έξω στη βεράντα, σήκωσα το τραπέζι στα δύο μου στιβαρά μπράτσα και το έριξα πάνω στη στέγη του Καραμέλα με την απλή δικαιολογία ότι είμαι τρελή και δεν χρειάζεται να υπάρχει δικαιολογία. Μπορεί πάλι να ήταν ένας τρόπος να δείξω τη δυσαρέσκεια μου απέναντι στα μπουζουξίδικα (ναι, ακόμα και στα κλειστά).


Άλλο πιθανό σενάριο είναι να υπάρχει κάποιος στη γειτονιά που έχει πάθει ψύχωση μαζί μου και έχει στο σπίτι του ένα κρυφό δωμάτιο με φωτογραφίες μου. Αυτός λοιπόν ο πολύ συνηθισμένος τύπος ανθρώπου που τυχαίνει να είναι και κλειδαράς ήρθε στο σπίτι μου το σαββατοκύριακο που πήγα να επισκεφτώ τους γονείς μου για να ελέγξει αν η αγαπημένη του (εγώ) ζει σε ένα ασφαλές και αρμονικό περιβάλλον. Αφού καμάρωσε την νοικοκυροσύνη μου (ειρωνικό ήταν αυτό), σήκωσε κάποιο παντζούρι και βγήκε στη βεράντα για να δει μήπως υποθάλπεται εκεί κάποιος κίνδυνος για τη σωματική μου ακεραιότητα ( Ή βγήκε στη βεράντα για να γλιτώσει την μυκητίαση). Βλέποντας το τασάκι να ξεχειλίζει από αποτσίγαρα, συνειδητοποιεί ότι καπνίζω επομένως βλάπτω την υγεία μου. Πετάει το τασάκι και επειδή είναι ψυχάκιας πετάει και το τραπέζι για να εκτονωθεί. Έπειτα κατεβάζει το παντζούρι που άνοιξε, μου κλείνει το θερμοσίφωνα (νομίζω ότι τον είχα αφήσει ανοιχτό αλλά πάλι ποτέ δεν θυμάμαι πότε τον κλείνω και πότε τον ανοίγω) και φεύγει.


Άλλο σενάριο θα ήταν η διπλανή σπιτονοικοκυρά να προσπαθεί να με τρομοκρατήσει με αυτό τον τρόπο ή για να με εκδικηθεί που δεν νοίκιασα το δικό της ρετιρέ ή για να το νοικιάσω μια που θα ήταν πιο εύκολο να μετακινήσω τα έπιπλα μου απ’ τις βεράντες που επικοινωνούν παρά να τα κατεβάσω 69 σκαλοπάτια και να τα πάω κάπου αλλού. Αν συνέβη αυτό, οι προσπάθειες της θα μείνουν παντελώς άκαρπες μια που αποκλείεται να αποφασίσω ποτέ να μετακομίσω από πάνω από την κυρία Αθανασία που είναι περισσότερο ψυχάκιας από τον ενδεχόμενο ψυχάκια που ενδεχομένως έχει πάθει ψύχωση μαζί μου.

Ένα άλλο υπέροχο σενάριο που με τρομοκράτησε αρκετά, τόσο ώστε αποφάσισα να σταματήσω να χορεύω στο μπαλκόνι ή να τριγυρνώ στο σπίτι με ανοιχτές κουρτίνες ήταν ότι κάποιος με την καθαρή πρόφαση να με βιάσει και έπειτα να με σκοτώσει, (δεν υπάρχει τίποτα άξιο ληστείας στο σπίτι μου πέρα από μένα), ανέβηκε στη ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας (ξέχασαν την εξώπορτα ανοιχτή) ,πέρασε στη δικιά μου, πήδηξε πάνω στο τραπέζι μου, το έσπασε, είδε ότι έλειπα, πέταξε το τραπέζι για να μην υπάρχουν σημάδια της εισβολής του, δεν πρόλαβε να πετάξει τις καρέκλες και τη σκούπα γιατί κάποιος του φώναξε απ’ το δρόμο ότι δεν είναι σωστό να πετάς πράγματα πάνω σε ξένες σκεπές και έφυγε ανεβαίνοντας στο αριστερό τοιχάκι και από εκεί στην ταράτσα. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι δεν είναι ανάγκη ο τύπος αυτός να θέλει να με βιάσει και έπειτα να με σκοτώσει, μπορεί απλά να είναι ένας μουσικόφιλος γείτονας που θέλει να με εκδικηθεί εκ μέρους της κιθάρας μου ή ένας σεφ που θέλει να με εκδικηθεί εκ μέρους της κατσαρόλας μου.


Μπορώ να συνεχίσω επ’ άπειρον με τα πιθανά σενάρια, εφόσον συνεχώς κατακλύζουν το μυαλό μου καινούργια. Μια χοντρή κοπέλα που ήθελε να αυτοκτονήσει απ’ το μπαλκόνι μου αλλά έσπασε το τραπέζι, έσπασε το πόδι της και δεν μπορούσε πια να πηδήξει στο κενό. Ο σούπερμαν που πέταξε το τραπέζι μου πάνω σε έναν άλλο σούπερ- κακό σώζοντας έτσι την ανθρωπότητα. Η πιθανότητα η στέγη του Καραμέλα να είναι πόλος έλξης πλαστικών τραπεζιών (δεν μπορεί να ισχύει : Απλοί νόμοι φυσικής) . Η πιθανότητα να συγκατοικώ μαζί με αόρατα ανθρωπάκια που πετάν πλαστικά τραπέζια…. Η πιθανότητα το τραπέζι μου να ήταν στοιχειωμένο και να πάλεψε μαζί με τον επικείμενο βιαστή και δολοφόνο μου για να με σώσει, έχασε δύο πόδια στη μάχη και για να μην προδοθεί πήδηξε απ’ τη βεράντα. Εντάξει, νομίζω ότι καταλάβατε ότι μπορώ να συνεχίσω επ’ άπειρον με τα πιθανά σενάρια. Τι συνέβη όμως πραγματικά;


Η από- κάτω μου δεν άκουσε τίποτα, αφήστε που με πήρε και λίγο στο ψιλό. Και δεν μ’ αρέσει να με παίρνουν στο ψιλό και σκέφτομαι έντονα να πάω μια μέρα να της πετάξω και το δικό της τραπέζι να δω αν θα είναι τόσο αστείο. Δεν ρώτησα και κανέναν άλλο γιατί έχω ακόμα αμφιβολίες για την ψυχική μου υγεία. Ίσως τελικά να υπνοβάτησα και να πέταξα το τραπέζι. Αλλά αν πραγματικά το έκανα αυτό, ποτέ μα ποτέ δεν θα πετούσα το τασάκι. Επομένως μπορεί να έκρυψα το τασάκι κάπου και μετά να πέταξα το τραπέζι. Αν το βρω ποτέ θα πάω να κλειστώ μόνη μου σε μια κλινική και δεν θα μάθετε τι έγινε πραγματικά το ίδιο θα κάνω αν μπορέσω ποτέ να δω τα αόρατα ανθρωπάκια ή αν επιχειρήσουν να δώσουν λύση στο μυστήριο οι καρέκλες ή η σκούπα ή οποιοδήποτε άλλο φαινομενικά άψυχο αντικείμενο μέσα στο σπίτι. Αν πάλι ο επικείμενος βιαστής και δολοφόνος μου έρθει και ομολογήσει ότι εκείνος πέταξε το τραπέζι λίγες στιγμές προτού με σκοτώσει πάλι δεν θα το μάθετε. Η κυρία Αθανασία θα το έλεγε μονάχα στον πνευματικό της, ο οποίος δεν νομίζω να έρθει ποτέ να μου το πει. Ο ενδεχόμενος ψυχάκιας θα έχει ξενερώσει τελείως μαζί μου από τότε που μπήκε στο σπίτι μου και δεν πρόκειται να ασχοληθεί ξανά και η χοντρή κοπέλα θα έχει ήδη αυτοκτονήσει.


Επομένως μένει μόνο ο σούπερμαν. Αν έρθει ο σούπερμαν λοιπόν και μου ζητήσει συγνώμη που πέταξε το τραπέζι μου προφανώς θα με ορκίσει να μην πω τίποτα γιατί ως γνωστών ο σούπερμαν κρατάει low profile. Επομένως πάλι δεν θα το μάθετε. Και κάπου εδώ η ιστορία μυστηρίου μου παραδίδεται στα χέρια της αρρωστημένης φαντασίας σας, ελπίζοντας να καταστράφηκε αρκετά από τα δικά μου…..

ΤΕΛΟΣ

Υ.Γ. Να τονίσω ότι το κείμενο είναι κατά βάση χιουμοριστικό (αν δεν το καταλάβατε θα πέσω σε κατάθλιψη). Το γεγονός της εκσφενδόνισης του τραπεζιού και της εξαφάνισης του τασακίου είναι αληθινά αλλά όλα τα άλλα είναι της φαντασίας μου. Είμαι μια ταλαντούχα κιθαρίστρια, εξαίρετη μαγείρισσα, διακατέχομαι από υψηλή αίσθηση της καθαριότητας και σπάνια αμφιβάλλω για την ψυχολογική μου και νοητική μου κατάσταση..... (Ε? ναι!)

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

Ξεχνάς αγάπη μου, ξεχνάς...


Γιατί με ξεχνάς;

Έκλαιγες όταν έφευγα

Και τώρα με ξεχνάς κάθε μέρα

Όλο και περισσότερο….

Τι χρώμα είναι τα μαλλιά μου;

Θυμάσαι;

Θυμάσαι τη γλυκιά απαισιοδοξία μου

Που σε έκανε να γελάς

Θυμάσαι τις τρελές θεωρίες μου

Που σε πλήγωναν

Τώρα τι κάνεις;

Με ξεχνάς;

Υιοθετείς τις τρελές θεωρίες μου;

Θυμάσαι πόσο συχνά αναθεωρούσα;

Αναθεώρησα πάλι για χάρη σου

Η αγάπη δεν είναι συνήθεια

Είναι αναμνήσεις

Θυμάσαι πόσο μου άρεζε το θέατρο

Υποκρινόμουν τη σίγουρη

Υποκρινόμουν, κάτω απ τη δροσερή σκιά της προσμονής και της θύμησής σου

Γιατί με ξεχνάς;

Έφυγα απ το μυαλό σου σα τρεχούμενο νερό

Με παρομοίαζες με ορμητικό ποτάμι , θυμάσαι;

Δεν έφτασα στη θάλασσα μου

Σε παρακαλώ, μη με ξεχνάς

Ναυάγησα σε αυτή τη στάσιμη λίμνη

Οι αναμνήσεις μου εξατμίζονται από τη ζέστη του ήλιου

Και με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές

Πέφτουν πάνω μου σαν καρφιά

Εσύ, που ξεχνάς….

Και εγώ που σιγά- σιγά ξεχνάω πως με θυμόσουν

Γιατί με ξεχνάς;

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

KYMATA

Ξαπλωμένος στις πτυχώσεις των κυμάτων,

εθισμένος στο κόσμο των θαυμάτων,

ασθενικά το παλμό της ζωής ανασαίνει,

ένα άλλο αρσενικό εγώ, με πείσμα περιμένει.


Οδηγημένος από τις ίδιες του τις σκέψεις,

ξαπλωμένος ατάραχα σα συχνός επισκέπτης

στα σύννεφα του απόλυτου κενού,

στο υποψήφιο σύμπαν ενός όμορφου μυαλού.


Φυλακισμένος σε μια στιγμή κάθαρσης,

μπερδεύεται.

Μην είναι η χάρη του ή του ετοιμοθάνατου το δώρο πλάνη;

Μα όλα τα θαύματα συνηθίζονται,

κι η κάθαρση χάνεται και χάνεται πάλι.


Μία λέξη, πια μόνο, τον νοιάζει.

Και αύριο ακόμα θα ζει

και η ψυχή θα συνεχίσει να βουλιάζει,

ώσπου μια μέρα σαν ευλογία να χαθεί.

Το τραγούδι σου......


Η μουσική είναι γύρω μας. Αρκεί να σκάσεις μια στιγμή και να ακούσεις. Ίσως τότε νιώσεις το ρυθμό πάνω στον οποίο πρέπει να τραγουδήσεις το τραγούδι σου. Εκείνη τη μαγική στιγμή θα νιώσεις πλήρης, θα βαραίνει τον αυχένα σου όλου του κόσμου η ευτυχία και η δυστυχία μαζί. Γιατί θα ξέρεις πως το βρήκες, όπως θα ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να τραγουδήσουν στο ρυθμό που χτυπάει ο κόσμος τους και η καρδιά τους, κάνοντας όλους τους θορύβους των ανθρώπων δικιά τους μουσική.

Και ίσως να μην είσαι ένας από αυτούς. Ίσως είσαι ένας από τους πολλούς που άκουσες, ένιωσες, ονειρεύτηκες και το ξεπέρασες. Πέταξες το τραγούδι σου σαν παλιά παπούτσια που αγαπήθηκαν αλλά τώρα πια έλιωσαν και δεν σε βολεύουν. Τώρα πια ντρέπεσαι να τα φοράς γιατί έχουν γεμίσει τρύπες, τις τρύπες ανάμεσα στους εαυτούς μας, τις τρύπιες στιγμές που φερόμαστε και σκεφτόμαστε σαν κάποιοι άλλοι, τις τρύπες του επηρεασμού και της αποπλάνησης. Και πια δεν θυμάσαι τα μονοπάτια που περπάτησαν μαζί σου αυτά τα παπούτσια, τα σκαλιά που ανέβηκαν και κατέβηκαν μαζί σου, τα εμπόδια που πέρασαν χωρίς να σε προδώσουν.

Πλέον σκέφτεσαι ότι είναι δύσκολο να περπατήσεις με αυτά τα παπούτσια ανάμεσα στους ανθρώπους με τις γόβες και τα λουστρίνια που γεμίζουν τη ζωή σου και ξέρεις ότι θα τα πετάξουν πριν παλιώσουν. Είναι άβολο να περπατάς με αυτά τα παπούτσια γιατί οι άνθρωποι δεν αφήνουν ήσυχους αυτούς που κάνουν κάτι διαφορετικό από τους ίδιους και κρίνουν χωρίς να ξέρουν, χωρίς καν να θέλουν να μάθουν. Είναι άβολο γιατί πρέπει να σταματήσεις να ακούς τα μισητά, χλευαστικά λόγια τους. Είναι άβολο γιατί πρέπει να δείξεις στον εαυτό σου ότι αυτά τα παπούτσια στην ουσία δεν έχουν φθαρεί και δεν πρόκειται να φθαρούν ποτέ, και είναι άβολο να λες το τραγούδι σου κάτω από κύματα ντομάτες και ας ξέρεις ότι η ύπαρξη σου χειροκροτεί με πάθος. Είναι δύσκολο να μην εγκαταλείψεις και να μην αμφισβητήσεις το τραγούδι σου, ακόμα και το ρυθμό του, ακόμα και τη πρώτη συγχορδία του.

Μα εσύ αυτή τη στιγμή τραγουδάς, δεν σε νοιάζει τίποτα, δεν έχεις σκεφτεί, δεν σε αφήνει η μουσική να σκεφτείς όλες αυτές τις δυσκολίες. Αλλά για πόσο μπορούν οι σκέψεις σου να κρατήσουν τις αμφιβολίες μακριά σου, το μαζικοποιημένο στόμα σου κλειστό και την καρδιά σου δοσμένη στη μουσική σου; Είναι ελάχιστοι αυτοί που ορίζουν τις σκέψεις τους και πολλοί αυτοί που παραδίδονται στον ετεροπροσδιορισμό και σκέφτονται και ενεργούν όπως οι άλλοι τους δείχνουν ,με τον τρόπο τους, πώς να σκεφτούν και πώς να ενεργήσουν.

Βαραίνει τον αυχένα σου όλου του κόσμου η ευτυχία και η δυστυχία μαζί, γιατί το βρήκες το τραγούδι σου αλλά δεν ξέρεις πόσο μπορείς να το κρατήσεις, και η σκέψη ότι θα έρθει η στιγμή που αυτό το κείμενο δεν θα σου λέει τίποτα, δεν θα τσιμπάει ούτε μια χορδή, δε θα σου θυμίζει ούτε μια νότα, κάνει τα μάτια σου να δακρύζουν και την ψυχή σου να ραγίζει από αναφιλητά. Μην σταματάς να τραγουδάς ακόμα… Κράτησε αυτή τη μουσική όσο μπορείς περισσότερο, προσπάθησε να ανήκεις στους ελάχιστους που δεν εγκαταλείπουν, που δεν συμβιβάζονται με τα εφήμερα τραγουδάκια των πολλών. Προσπάθησε να μην σταματήσεις να το ακούς στη καρδιά σου, να περπατάς με το ρυθμό του τραγουδιού σου, μην σταματήσεις ,όσο ζεις, να το τραγουδάς, ακόμα και αν όλοι γνωματεύουν βιαστικά…

Μια θάλασσα μας χωρίζει


Μια θάλασσα μας χωρίζει

Κάθε που αποτραβιέται το νερό απ’ τη στεριά

βλέπω τις διαφορές μας.

Εγώ δεν αντέχω τη θάλασσα

Κάθε κύμα που σκάει ουρλιάζει

«Αυτά είναι τα όρια σου!»

Ακόμα και από μακριά την κοιτώ με τρόμο.

Τρόμος που γίνεται ευγνωμοσύνη

Θέτει τα όρια της αλήθειας μου

Θέτει τα όρια του εαυτού μου

Εσύ τη λατρεύεις

Η αλήθεια σου δεν έχει όρια

Όπως κάθε υγιής αλήθεια

Ο εαυτός σου δεν έχει όρια

Όπως κάθε υγιής εαυτός

Εσύ τα όρια τα βαριέσαι

Καταπιέζεσαι μέσα σε αυτά

Γίνεσαι δυστυχισμένος

Ακόμα και αν σου ορίζουν μια Αμερική

Η ψυχή σου είναι η θάλασσα

Και θες με όλη σου την ψυχή

Να εκτείνεσαι και να επεκτείνεσαι.

Μια θάλασσα μας χωρίζει

Τι και αν με καλείς να τη δαμάσουμε μαζί,

Τι και αν θέλω να είμαι μαζί σου;

Μια θάλασσα μας χωρίζει.

Σιγά – σιγά μαζί με αυτήν το ξέρω πως θα φοβηθώ και σένα

Και εσύ θα καταλάβεις πως το μόνο που κάνω είναι να φοβάμαι

Και θα βαρεθείς και θα κολυμπήσεις μακριά μου

Έτσι που να μην μπορώ να τρέξω πίσω σου.

Μια θάλασσα μας χωρίζει

Τα όνειρά σου τα αδάμαστα

Δίπλα στα όνειρα μου τα συμβιβασμένα

Θα καταστραφούν.

Φύγε, κολύμπα μακριά μου

Αφήσου στα αγαπημένα σου κύματα

Στους τρομακτικούς εχθρούς μου.