Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Το πρώτο ταξίδι....


Ποιος, ποια, τι είσαι;

Δεν θυμάσαι τίποτα. Είναι σαν να γεννήθηκες ξαφνικά σε αυτό το απέραντο σκοτεινό διάστημα. Υπάρχουν άραγε και άλλοι τόσο χαμένοι όσο εσύ; Μπορεί και να υπάρχουν. Σε προσπερνάνε άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα, ζητώντας σου οδηγίες.

«Που είναι ο αστερισμός της Ανδρομέδας;» σε ρωτάνε αλλά δεν ξέρεις τι να απαντήσεις.
«Από πού είσαι; Που πηγαίνεις;»

«Δεν ξέρω…» απαντάς και εκείνα σε κοιτάνε πονηρά και σε προσκαλούν να πας μαζί τους.

Σε κολακεύουν, σε προσφωνούν τον πιο όμορφο πλανήτη και σου ζητάνε να γίνουν δορυφόροι σου. Αλλά εσύ διστάζεις. Δεν γνωρίζεις ακόμα τίποτα και κάτι σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα και φεύγεις λέγοντάς τους ότι θα το σκεφτείς και ότι μπορεί να τους δεις στον αστερισμό της Ανδρομέδας.

Σε αυτό το απέραντο σκοτεινό διάστημα υπάρχουν πολλά φωτάκια εδώ και εκεί και υποθέτεις ότι αυτά είναι οι αστερισμοί. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια σου χωρίς σκοπό σύρθηκες θαρρείς δίπλα στο πιο όμορφο φωτάκι που είχες δει ποτέ. Μία πύρινη στρογγυλή πέτρα.

«Έι, εσύ! Απομακρύνσου! Να βρεις δική σου τροχιά!»

«Συγνώμη, ψέλλισες, απλά κάτι με τράβηξε κοντά σου και μου είναι πολύ δύσκολο αυτή τη στιγμή να φύγω. Είσαι παράξενα ζεστή και όμορφη. Μπορώ να μείνω για λίγο μαζί σου;»

«Με λένε Αφροδίτη και είμαι πλανήτης. Έχω πολλά χημικά στοιχεία και γυρίζω γύρω από εκείνον τον ήλιο για να κρατιέμαι πύρινη και όμορφη.»

«Τι είναι τροχιά;» την ρώτησες γυρίζοντας χωρίς τη θέληση σου μαζί της γύρω από εκείνο το λαμπερό φως που ονόμασε ήλιο.

«Η τροχιά είναι αυτός ο κύκλος που κάνουμε εγώ και εσύ γύρω από εκείνον τον ήλιο επηρεασμένοι από το βαρυτικό πεδίο του. Ο κύκλος που αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να κάνω μόνη μου.»

«Θέλω να μείνω μαζί σου.»

«Δεν μπορούν δύο πλανήτες να έχουν την ίδια τροχιά, γιατί κάποια στιγμή θα συγκρουστούμε και ένας από εμάς θα φύγει και από τη στιγμή που εγώ βρήκα πρώτη αυτή την τροχιά είναι άδικο να υπάρχει η πιθανότητα να φύγω. Κατάλαβες;»

«Δηλαδή είμαι και εγώ πλανήτης;» τη ρώτησες.

«Ανάλογα. Αν έχεις τροχιά γύρω από τον ήλιο είσαι πλανήτης. Αν τριγυρνάς στο διάστημα πέφτοντας άγαρμπα πάνω σε άλλες πέτρες είσαι μετεωρίτης, αν έχεις τροχιά γύρω από άλλους πλανήτες είσαι δορυφόρος. Με το μέγεθος που έχεις μπορείς να είσαι και τα τρία. Αλλά πρέπει να διαλέξεις.»

«Ευχαριστώ Αφροδίτη, θα βρω μια δικιά μου τροχιά για να γίνω και εγώ πλανήτης.» και πιέζοντας κάτι μέσα σου που δεν ήξερες ότι είχες έφυγες μακριά της.

Και βρέθηκες πάλι σε ένα άγνωστο και σκοτεινό διάστημα μα αυτή τη φορά έψαχνες την τροχιά σου. Και μάλιστα έψαχνες την τροχιά σου γύρω από έναν ήλιο που θα σε ζεσταίνει μα δεν θα σε καίει. Διάλεξες στην τύχη το πιο φωτεινό φωτάκι ελπίζοντας πως θα είναι ήλιος και κατευθύνθηκες προς τα εκεί.

Αλίμονο. Είναι πολύ μακριά από όσο φαντάστηκες στην αρχή και άρχισες να απογοητεύεσαι και να αμφιβάλεις.

«Πού είναι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας;» συνέχισαν να σε ρωτάνε άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα και εσύ συνέχιζες να απαντάς δεν ξέρω.

Τι κόλλημα ήταν αυτό με τον γαλαξία της Ανδρομέδας; Μπήκες στον πειρασμό να ρωτήσεις και εσύ μια μεγάλη πέτρα που φαινόταν να ήξερε τι ήθελε. Και ανάμεσα στον καταιγισμό οδηγιών κατέληξες, δεν ξέρεις πώς δεν ξέρεις πότε, να γίνεις δορυφόρος της.

Η πέτρα σε μηδένιζε συνεχώς. «Εγώ σου έδωσα ταυτότητα. Δεν θα ήσουν τίποτα χωρίς εμένα. Εξύμνησε με λοιπόν. Κάνε μου μασάζ, κάνε μου λιγάκι μου…» και άλλα τέτοια. Ευτυχώς ένας ευλογημένος μετεωρίτης σε έβγαλε από εκείνη την τροχιά και βρέθηκες πάλι να τριγυρνάς αλλά αυτή τη φορά ήσουν αποφασισμένος να φτάσεις στον ήλιο σου.
Ε, και έφτασες και το ταξίδι άξιζε. Ο ήλιος ήταν νέος, λαμπερός και καλοσυνάτος και αμέσως σου έδωσε μια μεγάλη καθαρή από αστερόσκονη, τροχιά.

Πολλές πέτρες σου προτείνουν να γίνουν δορυφόροι σου και σε γεμίζουν κολακείες «Τι στρογγυλός που είσαι… Τι σπάνια χημικά στοιχεία κουβαλάς πάνω σου…. Κάποτε είμαστε σίγουροι θα κατοικηθείς….» Και εσύ δέχεσαι χαμογελαστά να γίνουν δορυφόροι σου αρκεί να συνεχίσουν να σου τονώνουν την στρογγυλότητα σου…

Πώς πίστεψες ποτέ ότι δεν θα ήσουν άξιος να πάρεις τη δικιά σου τροχιά γύρω από έναν ζεστό ήλιο. Πώς πίστεψες ότι δεν θα γινόσουν πλανήτης. Αφού είσαι προορισμένος γι’ αυτό. Πώς δέχτηκες κάποτε να γίνεις δορυφόρος; Εσύ που είσαι ο πιο όμορφος πλανήτης όλου του γαλαξία. Και οι δορυφόροι πύκνωναν και πύκνωναν και κάποια μέρα άρχισες να κρυώνεις… Το φως του ήλιου δε σε έφτανε. Οι δορυφόροι σου άρχισαν να γίνονται κακοί και δεν σε κολάκευαν πια, νόμιζαν ότι είναι καλύτεροι από σένα και σιγά -σιγά άρχισες και εσύ να το πιστεύεις… Και εκεί που ήσουν έτοιμος να δεχτείς ότι είσαι ένα στήριγμα για όλους αυτούς του αεικίνητους πανέξυπνους δορυφόρους, εκεί που ήσουν έτοιμος να δεχτείς ότι τους είχες κοροϊδέψει στην αρχή και νόμιζαν ότι είσαι σημαντικός αλλά με τον καιρό κατάλαβαν το πραγματικό σου πρόσωπο…. Ο πυρήνας σου ξέσπασε. Το βαρυτικό σου πεδίο άλλαξε και οι δορυφόροι άρχισαν να ξεκολλούν από πάνω σου. Και κατάλαβες ότι τόσο καιρό ήσουν ένα θύμα πολύ απλά γιατί τα λόγια των δορυφόρων σε όριζαν. Ετεροπροσδιοριζόσουν, ενώ ο πυρήνας σου ήταν γεμάτος προσδιορισμούς. Αποφάσισες ότι δεν χρειάζεσαι άλλους δορυφόρους. Και έβριζες όποιον δορυφόρο, τόλμαγε να σε πλησιάσει γεμάτος κοπλιμέντα και δολοπλοκίες.

«Ναι, το ξέρω, είμαι τέλειος, του έλεγες. Έχω τα πιο σπάνια χημικά στοιχεία, έχω όμορφες βουνοκορφές και όλοι μιλούν για την στρογγυλάδα μου. Ναι , το ξέρω μου έδωσαν μια πολύ ωραία τροχιά γύρω από τον ζεστό ήλιο. Φυσικά και γνωρίζω τον ήλιο. Μου λέει κουτσομπολιά κάθε ανατολή και ανέκδοτα κάθε δύση. Όχι, δεν είσαι αρκετά μεγάλος και στρογγυλός για να γίνεις δορυφόρος μου, και είσαι όλο τρύπες τι να σε κάνω; Δεν χρειάζομαι κολακείες, ξέρω ποιος είμαι. Φύγε! Δεν με συμπαθείς; Χέστηκα, εγώ δε χαρίζω ούτε κόκκο άμμο για σένα. Πάνε να βρεις άλλο θύμα.»

Και έτσι απέφευγες και έπαιρνες την εκδίκηση σου από τους δορυφόρους. Είχες αποκτήσει μια πολύ όμορφη σχέση με τον ήλιο και συμφωνήσατε να σου στείλει κάποιες μορφές ζωής που περιπλανιούνται στο διάστημα. Η ζωή αναπτύχτηκε και εξελίχτηκε γρήγορα πάνω σου. Έκτισαν πάνω σου και άλλες όμορφες κορφές, έπαιζαν μελωδίες και τραγουδούσαν, σε δοξάζανε και σε καλλιεργούσαν και έτσι τα χρόνια περνούσαν και οι ιστορίες πλήθαιναν και πλήθαιναν.

ΤΕΛΟΣ