Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Πάλι καλοκαίρι...


Κουράστηκα σήμερα να περιμένω τις λέξεις να παλιώσουν. Κουράστηκα να εξηγώ αυτή την αναμονή στον εαυτό μου. Και η ζυγαριά «του κουράστηκα», που επικαλούμαι συχνά πλέον, γέρνει τόσο επικίνδυνα που μόνο ο εγωισμός μου την συγκρατεί για να μην πέσει. Μετά δεν θα μπορώ να ζυγίζω τίποτα. Ίσως αυτό περιμένω. Έναν Θεό να την κλοτσήσει και αυτήν και εμένα. Να πει: Πιάσε πάτο κορίτσι μου! Έτσι όπως αιωρείσαι ανάμεσα στα πάνω και στα κάτω δεν μπορείς να πάρεις φόρα από πουθενά... Υπολογισμένες απλωτές, ελαφριές σκέψεις και αγγίγματα, αδύναμα πηδηματάκια εντυπωσιασμού. Άρχισες να ξεθωριάζεις και εσύ. Πάλι καλοκαίρι.


Μια ζωή στέκεται μπροστά μου. Κάτι λέει… δεν μπορώ να καταλάβω…


Είμαι ένα δυναμικό ενέργειας και υπακούω στον κανόνα «όλον ή ουδέν». Ενεργοποιούμαι από κλιμακωτά δυναμικά που συσσωρεύονται και φθίνουν. Όλα ή τίποτα. Δεν μπορώ να αφήνω τη ζυγαριά σε αυτή την κατάσταση και τον εαυτό μου σε ένα φλου μετέκεινα για τόσο πολύ. Γρήγορα. Αποφάσισε! Όσο ακόμα βρίσκομαι στην ανερέθιστη περίοδό μου. Γιατί μετά δεν σταματώ, δεν ελαττώνομαι μέχρι να φτάσω στο κεντρικό νευρικό σου σύστημα και να τα κάνω όλα μπουρδέλο.

«Μάχεσαι ή άγχεσαι» εγώ, και η παρασυμπαθητική μου μοίρα. Τέλος, σε φτύνω, τέλος. Δεν ακουμπάω πια τα θεματάκια πάνω-πάνω, από κάτω χουφτώνω, γνήσιο τέκνο της οργής που όσο θα παραλογίζεται θα ζει. Φτάνει! Θα κλοτσήσω τη γαμημένη ζυγαριά μόνη μου και ας πάει στο καλό. Φύσα τώρα. Στείλε τα δάκρυα στην θάλασσα, από εκείνη τα βούτηξα έτσι και αλλιώς.

Τώρα στα μαξιλάρια μου καρφώνω σκουλαρίκια και βάφω τα νύχια μου στα χρώματα που σου δάνεισα και ποτέ δεν γύρισες πίσω. Κάπου σε ένα τελευταίο συρτάρι θα είναι και αυτά. Κράτα τα! Όταν θα κάνεις εκκαθάριση θα πάρω την εκδίκησή μου. Πάλι καλοκαίρι.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Λυκάνθρωποι



Πάνω στις λευκές σελίδες χάνομαι.

Γυρνώ ξανά απ’ την αρχή

Στις γέφυρες της λογικής.

Ένα ακόμα βήμα

Μετά απ τα ταξίδια μου στο εδώ στο πουθενά

Γυρνάω δίχως έμπνευση με δώρα άχρηστα χρόνια

Μονάχα μια εικόνα μιας κραυγής

Λυκάνθρωποι απαντάνε στο γεμάτο φεγγάρι

Μπερδεύτηκα και εγώ και φώναξα «Βοήθεια»

Και πέφτουν κύματα σιωπής το ένα πάνω απ το άλλο

Νόμιζα πως οι σφυγμοί μου ήταν βήματα ανθρώπων που νοιάζονται

Που έρχονται με χέρια ανοιχτά να βοηθήσουν.

Με αίμα γράφτηκε στον ουρανό το τελευταίο ποίημα

Ο πρώτος και ο τελευταίος αναγνώστης, εδώ

Ανθρώπινα «γιατί» γλιστράνε

Δεν έχω άλλες λέξεις μονάχα την εικόνα μίας κραυγής στο γεμάτο φεγγάρι

Μια αστραπή στα μάτια μου με τύφλωσε

ο ήλιος πέθανε μες στα γαλάζια όνειρα χιλιάδων εαυτών.

Δυο μελανιές στο σώμα μου, σχηματίζουν τα αρχικά σου

εικόνες μιας απαίσιας γέννας…

Στο κέντρο της σύναξης των λυκανθρώπων

Ένα δέντρο για να σηκωθώ ψηλά

Στις γέφυρες της λογικής

Εκεί που τίποτα δε τελειώνει

Ίσως να μην αρχίζει καν.