Κουράστηκα
σήμερα να περιμένω τις λέξεις να παλιώσουν. Κουράστηκα να εξηγώ αυτή την αναμονή στον εαυτό μου. Και η ζυγαριά «του κουράστηκα», που επικαλούμαι συχνά πλέον, γέρνει τόσο επικίνδυνα που μόνο ο εγωισμός μου την συγκρατεί για να μην πέσει. Μετά δεν θα μπορώ να ζυγίζω τίποτα. Ίσως αυτό περιμένω. Έναν Θεό να την κλοτσήσει και αυτήν και εμένα. Να πει: Πιάσε πάτο κορίτσι μου! Έτσι όπως αιωρείσαι ανάμεσα στα πάνω και στα κάτω δεν μπορείς να πάρεις φόρα από πουθενά... Υπολογισμένες απλωτές, ελαφριές σκέψεις και αγγίγματα, αδύναμα πηδηματάκια εντυπωσιασμού. Άρχισες να ξεθωριάζεις και εσύ. Πάλι καλοκαίρι.
Μια ζωή στέκεται μπροστά μου. Κάτι λέει… δεν μπορώ να καταλάβω…
Είμαι ένα δυναμικό ενέργειας και υπακούω στον κανόνα «όλον ή ουδέν». Ενεργοποιούμαι από κλιμακωτά δυναμικά που συσσωρεύονται και φθίνουν. Όλα ή τίποτα. Δεν μπορώ να αφήνω τη ζυγαριά σε αυτή την κατάσταση και τον εαυτό μου σε ένα φλου μετέκεινα για τόσο πολύ. Γρήγορα. Αποφάσισε! Όσο ακόμα βρίσκομαι στην ανερέθιστη περίοδό μου. Γιατί μετά δεν σταματώ, δεν ελαττώνομαι μέχρι να φτάσω στο κεντρικό νευρικό σου σύστημα και να τα κάνω όλα μπουρδέλο.
«Μάχεσαι ή άγχεσαι» εγώ, και η παρασυμπαθητική μου μοίρα. Τέλος, σε φτύνω, τέλος. Δεν ακουμπάω πια τα θεματάκια πάνω-πάνω, από κάτω χουφτώνω, γνήσιο τέκνο της οργής που όσο θα παραλογίζεται θα ζει. Φτάνει! Θα κλοτσήσω τη γαμημένη ζυγαριά μόνη μου και ας πάει στο καλό. Φύσα τώρα. Στείλε τα δάκρυα στην θάλασσα, από εκείνη τα βούτηξα έτσι και αλλιώς.
Τώρα στα μαξιλάρια μου καρφώνω σκουλαρίκια και βάφω τα νύχια μου στα χρώματα που σου δάνεισα και ποτέ δεν γύρισες πίσω. Κάπου σε ένα τελευταίο συρτάρι θα είναι και αυτά. Κράτα τα! Όταν θα κάνεις εκκαθάριση θα πάρω την εκδίκησή μου. Πάλι καλοκαίρι.

