Ξέρεις…
Εκείνοι οι άνθρωποι που βρήκαν
ένα νόημα.
Βρήκαν κάτι να αφιερωθούν
για να προστατέψουν την συνείδησή τους από παράσιτα.
Σήκωσα κατά λάθος το χαλί.
Είδαν μεγάλα λάθη
και ακτινωτές λοξοδρομήσεις.
«Πού πας;» απόρησαν
Και η συνείδηση τους
κούρνιαζε ήρεμα στα πόδια τους,
και αυτοί απαλά την χάιδευαν.
Η δικιά μου με σηκωμένο
τρίχωμα,
γεμάτη ψύλλους,
γρύλιζε δαιμονισμένη.
Δεν μπόρεσα ποτέ να την εξημερώσω.
Ήταν εκείνοι οι άνθρωποι εδώ,
που ξέρουν τι να κάνουν στη ζωή τους.
Γεννήθηκαν και ήξεραν.
Η συνείδηση τους ξερνάει
ικανοποιημένη τριχόμπαλες.
Άνοιξα κατά λάθος το παράθυρο
και είδαν αυτό το παράξενο άπειρο
που βλέπω κάθε πρωί.
Είδαν πως ήξερα ότι δεν ξέρουν.
Απλά αποφάσισαν να ξέρουν και τι.
Και η συνείδησή τους,
τέντωσε τα αυτιά και με κοίταξε
οργισμένη.
Η δικιά μου άρχισε πάλι να
λιμάρει τα νύχια της
στα εσωτερικά μου όργανα.
Κακή επιρροή η συνείδηση τους στη
συνείδησή μου.
«Δεν θα αποφασίσω , είπα,
θα χυθώ σα νερό.
Θα στέκομαι πάνω στους σωστούς σας
δρόμους,
χωρίς να απορροφιέμαι,
να διασχίζετε την ζωή σας,
και να αντανακλάστε πάνω μου.»
Ήταν εκείνοι οι άνθρωποι σήμερα.
Μπήκαν στο μυαλό μου
και προσφώνησαν «Φρικτό!»
Σε έπιασαν να μ’ αγαπάς.
Γιατί δεν κρύφτηκες πίσω από τον
ιππόκαμπο;
Πήραν την γάτα τους και έφυγαν.
Φοβάμαι πως θα επιτεθούν το βράδυ
με πρόφαση να σε σώσουν..





