
Πάλι δεν ήρθες...
Μέτρησα όλα τα πλακάκια του σταθμού ακόμα και αυτά που δεν θα περπατούσες αν ερχόσουν αλλά πάλι δεν ήρθες.
Έμαθα απ’ έξω το δρομολόγιο που θα σε έφερνε κοντά μου αλλά ακόμα να το διασχίσεις.
Είχα στη τσάντα μου το βιβλίο που μου είπες ότι ήθελες να διαβάσεις αλλά δεν ήρθες. Και έτσι περίμενα το επόμενο τρένο να σε φέρει κοντά μου διαβάζοντας το. Μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το χρόνο της αναμονής μου. Γιατί ήθελες να διαβάσεις τόσο ένα βιβλίο που κάνει τον χρόνο να αργοπεθαίνει; Ίσως απ’ την αρχή αυτό το βιβλίο προοριζόταν για μένα.
Ένα ακόμα βασανιστήριο μήπως και αυτό γίνει η πρώτη περιττή σταγόνα και σταματήσω να σε περιμένω. Υπήρχαν ώρες που πίστευα ότι ο σταθμός που σε περιμένω δεν λειτουργεί πια αλλά μέχρι να αποφασίσω τον επόμενο σταθμό που θα άφηνα το μισό μου σώμα ερχόταν ένα καινούργιο τρένο και γέμιζε ο τόπος ανθρώπους και εγώ κάθε φορά δάκρυζα από αγωνία και έτρεμε όλο το σώμα μου και συγκρατούσα με δυσκολία τα πόδια μου να μη τρέξουν να σε ψάξουν γιατί τότε μπορεί να σε έχανα.
Όχι! Έμενα σε ένα σημείο και κοιτούσα όλους τους επιβάτες με εκείνα τα δακρυσμένα μάτια μου που έσφιγγα και ξέσφιγγα για να δουν καθαρά.
Αλλά δεν σε έβλεπα.
Όταν περνούσε από μπροστά μου και ο τελευταίος επιβάτης και δεν ήσουν εσύ, θύμωνα με τον εαυτό μου, νόμιζα ότι πέρασες και δεν σε είδα και ρωτούσα τους ελεγκτές αν σε είχαν δει εκείνοι. Αλλά δεν μπήκες ποτέ σε αυτό το τρένο άρα δεν ήρθες ποτέ. Τσιμπούσα το χέρι μου να μείνω ξύπνια να αποφασίσω πως δεν θα έρθεις ποτέ αλλά, αν και το είχα γεμίσει μελανιές, με έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσα με ανανεωμένες ελπίδες και πάλι περίμενα.
Αφού το είχες υποσχεθεί ή μήπως όχι;
Αφού με αγάπησες ή μήπως όχι;
Αφού σε αγάπησα ή μήπως όχι;
Αφού σε περίμενα ή μήπως όχι;
Αφού θυμόμουν ή μήπως όχι;
Αφού υπήρξες ή μήπως όχι;
Ο χρόνος με γιάτρεψε και σιγά- σιγά η αναμονή έγινε αιώνια συνήθεια.


