Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Η τρελή του σταθμού


Πάλι δεν ήρθες...

Μέτρησα όλα τα πλακάκια του σταθμού ακόμα και αυτά που δεν θα περπατούσες αν ερχόσουν αλλά πάλι δεν ήρθες.

Έμαθα απ’ έξω το δρομολόγιο που θα σε έφερνε κοντά μου αλλά ακόμα να το διασχίσεις.

Είχα στη τσάντα μου το βιβλίο που μου είπες ότι ήθελες να διαβάσεις αλλά δεν ήρθες. Και έτσι περίμενα το επόμενο τρένο να σε φέρει κοντά μου διαβάζοντας το. Μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το χρόνο της αναμονής μου. Γιατί ήθελες να διαβάσεις τόσο ένα βιβλίο που κάνει τον χρόνο να αργοπεθαίνει; Ίσως απ’ την αρχή αυτό το βιβλίο προοριζόταν για μένα.

Ένα ακόμα βασανιστήριο μήπως και αυτό γίνει η πρώτη περιττή σταγόνα και σταματήσω να σε περιμένω. Υπήρχαν ώρες που πίστευα ότι ο σταθμός που σε περιμένω δεν λειτουργεί πια αλλά μέχρι να αποφασίσω τον επόμενο σταθμό που θα άφηνα το μισό μου σώμα ερχόταν ένα καινούργιο τρένο και γέμιζε ο τόπος ανθρώπους και εγώ κάθε φορά δάκρυζα από αγωνία και έτρεμε όλο το σώμα μου και συγκρατούσα με δυσκολία τα πόδια μου να μη τρέξουν να σε ψάξουν γιατί τότε μπορεί να σε έχανα.

Όχι! Έμενα σε ένα σημείο και κοιτούσα όλους τους επιβάτες με εκείνα τα δακρυσμένα μάτια μου που έσφιγγα και ξέσφιγγα για να δουν καθαρά.

Αλλά δεν σε έβλεπα.

Όταν περνούσε από μπροστά μου και ο τελευταίος επιβάτης και δεν ήσουν εσύ, θύμωνα με τον εαυτό μου, νόμιζα ότι πέρασες και δεν σε είδα και ρωτούσα τους ελεγκτές αν σε είχαν δει εκείνοι. Αλλά δεν μπήκες ποτέ σε αυτό το τρένο άρα δεν ήρθες ποτέ. Τσιμπούσα το χέρι μου να μείνω ξύπνια να αποφασίσω πως δεν θα έρθεις ποτέ αλλά, αν και το είχα γεμίσει μελανιές, με έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσα με ανανεωμένες ελπίδες και πάλι περίμενα.

Αφού το είχες υποσχεθεί ή μήπως όχι;

Αφού με αγάπησες ή μήπως όχι;

Αφού σε αγάπησα ή μήπως όχι;

Αφού σε περίμενα ή μήπως όχι;

Αφού θυμόμουν ή μήπως όχι;

Αφού υπήρξες ή μήπως όχι;

Ο χρόνος με γιάτρεψε και σιγά- σιγά η αναμονή έγινε αιώνια συνήθεια.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Αυτάρκεια...


Μερικές φορές χρειαζόμαστε κάποιους να θαυμάσουν τις υπέροχες ώρες που περνάμε με τον εαυτό μας. Ίσως να μην γενικεύω σωστά τα συναισθήματά μου αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι όλοι πάνω κάτω είμαστε ίδιοι ή έστω μια ομάδα από εμάς. Ποτέ δεν είσαι μόνος σε μια συναισθηματική άβυσσο ή μια συναισθηματική ανύψωση. Είναι ένα τραγικό λάθος αυτό που λέμε πρωτότυπη ιδέα, πρωτότυπη κατάσταση. Το σφάλμα είναι που δεν βάζουμε τη λέξη συλλογικά. Μια συλλογικά πρωτότυπη ιδέα. Ναι. Αυτή υπήρχε κάποτε, υπάρχει τώρα, θα υπάρξει στο μέλλον.

Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι με μια ιδιαίτερη μορφή αυτάρκειας, χρειάζονται τους άλλους για να τους το υπενθυμίζουν. Δεν είναι τυχαίο που συνεχώς θέλουμε, συνεχώς προβληματιζόμαστε για το αν θέλουμε σε σωστές κατευθύνσεις ή απλώς φθονούμε γεμάτοι επιθυμία να αποδείξουμε την αυτάρκεια μας. Κανείς δεν είναι πραγματικά διαθετιμένος να αλλάξει. «Αγάπησέ με, γίνε δικός μου άνθρωπος, ένωσε τις μοναχικές αυτάρκεις υποστάσεις μας, κάνε πληρέστερη τη μονοξιά. Αγάπησε με, κάνε με να αισθάνομαι ότι είσαι δικός μου άνθρωπος, γίνε μια όμορφη προέκταση μου.» Έτσι σκέφτονται οι άνθρωποι την ιδανική αγάπη, ξεκινάει από τους εαυτούς τους και τελειώνει σε αυτούς.

Η εγωιστική μας φύση δεν μπορεί να είναι μια απλή αντίδραση, δηλώνει με έναν παράδοξο συλλογισμό την αυτάρκεια μας. Όλη η μαγεία των σχέσεων χάνεται όταν κάποιος από εμάς νιώθει ή κάνει τον άλλον να αισθάνεται κάτι λιγότερο ή κάτι άλλο απο αυτό που είναι με ερωτήσεις που γίνονται στο βωμό του ερωτηματικού και των αυταπόδεικτων. «Διασκέδασε με, με τις απόψεις σου, διαφώνησε μαζί μου, γέλασε μαζί μου μόνο μη με χτυπάς εκεί που πονάω. Μη με κοιτάς, μη μου μιλάς σα τρόπαιο. Κοίτα με, μίλα μου νιώθοντας με δίπλα σου, κοντά σου γιατί είμαι μια ολότητα, μη με υποτάζεις, μη με υποβιβάζεις. Γίνε μια όμορφη προέκταση της ολότητάς μου να γίνω μια όμορφη προέκταση της ολότητας σου έπειτα θα ενώσουμε αυτές τις προεκτάσεις σχηματίζοντας ένα γεφυράκι που θα μας κρατήσει μάζι όσο καιρό νιώθω ότι σε χρειάζομαι και νιώθεις ότι με χρειάζεσαι.»

Το μυστικό είναι να καταλάβουμε ότι ο καθένας μας είναι ολότητα και αυτάρκης στον τομέα του. Έπειτα έρχονται οι επιθυμίες προσωπικής επέκτασης που αποτελούν μυστήριο. Μπορούμε να επεκτείνουμε την ολότητα μας; «Άπλωσε τα πόδια σου ως εκεί που φτάνει το στρώμα.» Δύσκολα διακρίνεται ένα αόρατο στρώμα μιας ακόμα λαικής ασάφειας. Επεκτίνομαι ή απλά ανακαλύπτω την αυτάρκεια μου; Ελπίζω το στρώμα να είναι αρκετά μακρύ για να απαντήσω κάποτε.

Όταν το παιδί......



Όταν το παιδί ήταν ακόμα παιδί πίστευε ότι ήταν η οικογένεια του και ο υπόλοιπος κόσμος που δεν είναι η οικογένεια του. Όταν το παιδί ήταν παιδί δεν έπαιρνε αποφάσεις και όταν έπρεπε να διαλέξει το δώρο που ήθελε να του πάρουν βρισκόταν σε μεγάλο ψυχολογικό αδιέξοδο. Όχι, όταν το παιδί ήταν ακόμα παιδί εκνευριζόταν όταν έπρεπε να πάρει αποφάσεις.

Όταν το παιδί έγινε έφηβος έπιανε τον εαυτό του να είναι μέρος του κόσμου, να είναι ένα μηχανικό απειροελάχιστο κομμάτι του. Έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται ότι τέτοια κομμάτια βρίσκεις πολλά και θα μπορούσε η οικογένεια του να είναι άλλη και θα μπορούσε να έχει άλλες συνήθειες και θα μπορούσε να έχει άλλες επιλογές και θα μπορούσε να του άρεσε να παίρνει εκείνες τις αποφάσεις που παλιότερα μισούσε.

Όταν το παιδί έγινε ένας νεαρός ενήλικας ήταν αυτός και ένας κόσμος που δεν φτιάχτηκε γι’ αυτόν και ήταν πολύ δύσκολο να πάρει αποφάσεις σε ένα περιβάλλον τόσο εχθρικό και ασταθές. Το παιδί όμως πέρασε και αυτό το στάδιο και άρχισε να φιλοσοφεί και αποφάσισε ότι θα μπορούσε να αποφασίσει ότι ο κόσμος φτιάχτηκε γι’ αυτόν. Αποφάσισε ότι μια τέτοια απόφαση θα τον ενεργοποιούσε. Μια θετική στάση ζωής ξύπνησε μέσα του και ανακάλυψε ότι θα μπορούσε να συμπεριφέρεται λες και όλες οι καταστάσεις είναι ευνοϊκές, θα μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του πρωταγωνιστή αυτών των καταστάσεων χωρίς να αποκλείει τον κάθε άνθρωπο απ’ το να γίνει και αυτός πρωταγωνιστής της δικής του πραγματικότητας. Και έτσι το παιδί έφτιαξε την πραγματικότητα του, γεμάτη χρώματα και μουσική και αναζητήσεις. Ήθελε να φτιάξει μια πραγματικότητα χωρίς χρόνο, χωρίς ανθρώπους που νοιάζονται πολύ και υπάρχει περίπτωση να τους στεναχωρήσει ή να τους απογοητεύσει, αυτό όμως ήταν αδύνατο και τα παράτησε. Ξανά ο κόσμος έγινε εχθρικός.

«Όχι! Δεν πάει άλλο», είπε μια μέρα το παιδί όταν έγινε μεσήλικας. «Δεν μπορώ να ζω σε έναν κόσμο εχθρικό, θα κάνω συμβιβασμούς και θα συμπεριφέρομαι σαν να μην συμβιβάστηκα ποτέ. Θα διαλέξω εγώ να υπάρχει χρόνος που να μου θυμίζει ότι πρέπει να γίνομαι σοφότερος κάθε μέρα. Θα διαλέξω να υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται για μένα για να μου θυμίζουν ότι είμαι σημαντικός για τον κόσμο μου και δεν πρέπει να χαραμίσω τις δυνατότητες και τα αισθήματα μου, για να μου θυμίζουν ότι η αληθινές προσπάθειες, ό, τι αποτέλεσμα και αν έχουν, ανταμείβονται.» Ξαναέφτιαξε την πραγματικότητα του. Γεμάτη χρώματα και μουσική και πράγματα που θα τον έκαναν καλύτερο, γεμάτη πράγματα που πάνω τους μπορούσε να επενδύσει τις δυνατότητες του. Γέμισε την καθημερινότητα του γιατί ο χρόνος ήταν εκεί να του θυμίζει ότι πρέπει να προλάβει να κάνει ό, τι αγαπάει και ό, τι ίσως κάποτε αγαπήσει και δεν προλάβει να το κάνει.

Όταν το παιδί έγινε γέρος, έτρεφε πια μια απέραντη αγάπη για τη ζωή. Τέλειωσε ήρεμα ό, τι είχε αρχίσει εκείνο τον καιρό και αποσύρθηκε μην τυχών ο θάνατος τον βρει πριν τελειώσει ένα καινούργιο βιβλίο ή πριν ακούσει ένα τραγούδι ή πριν διορθώσει το παλιό αμάξι ή πριν γυρίσει από ένα όμορφο ταξίδι. Ένιωθε πια το χρόνο της πραγματικότητας του να τελειώνει και κάθισε σε ένα παγκάκι στο πάρκο που έπαιζε παιδί και περίμενε γεμάτος χρωματιστές αναμνήσεις.

Κάθε σημείο του κύκλου της ζωής μπορεί να θεωρηθεί η αρχή του.