Ο Θεός μιλάει την γλώσσα της ταπείνωσης και της απελπισίας.
Τη γλώσσα των διαρκών ευχαριστιών για τα χαμόγελα της τύχης και των παρακλήσεων
να μην αναγκαστείς να γυρίσεις πίσω τα πράγματα που δεν υπολόγισες ότι
χρειαζόσουν τόσο. Το να πιστεύεις θέλει χρόνια επιμόρφωσης και πρακτικής
άσκησης που περιλαμβάνουν φόβο μην καταστραφεί η ευτυχία και φόβο μην γίνει πιο
δυστυχισμένη η δυστυχία γιατί δεν ένιωσες αρκετά άσχημα για τους ανθρώπους που
πάντα θα έχουν λιγότερα. Το «Πιστεύω» δικαιολογεί ότι τίποτα δεν σου ανήκει,
τίποτα δεν έχεις την δύναμη να προστατέψεις και τίποτα δεν μπορείς να λες ότι
είσαι.
Πάντα θα κάνεις αμαρτίες. Θα παρακούς, θα αναβάλεις υποσχέσεις
από καθαρή οκνηρία, θα κοιτάς άσεμνα, θα φθονείς… Οι αμαρτίες έχουν οριστεί
έτσι ώστε να είναι αδύνατο να τις αποφύγεις. Πόσο αντέχει ένα περήφανο ον που
σχεδίασε ολόκληρο αποχετευτικό σύστημα για να κρύβει τα σκατά του, να ζητάει
συγνώμη με ταπείνωση και απελπισία. Κάποια στιγμή αναγνωρίζεις ότι δεν μπορείς
να κάνεις διαφορετικά. Έχεις σχεδιαστεί για να υποκύπτεις. Είναι αν μη τι άλλο
υποκριτικό να λες ότι δεν θα το ξανακάνεις. Γιατί να προσπαθείς καν;
Είναι ζήτημα επιβίωσης να πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιος πάνω
από όλα, άσπιλος και ανέγγιχτος, σπλαχνικός και αθάνατος που είναι μέσα σε όλα
και έχει απ’ όλα. Κάποιος που θα αποτελεί πάντα την τελευταία σανίδα σωτηρίας
σου. Η ελπίδα για να συνεχίσεις να παλεύεις. Οτιδήποτε άλλο μπορεί να χαθεί, ο Θεός όμως…. Είναι
μεγάλος. Εάν έχεις εκλογικεύσει την πίστη μπορείς να λες ότι πιστεύεις; Και αν
όντως υπάρχει Θεός, η παραπάνω ωφελιμιστική ανθρωποκεντρική ψυχοδιανοητική
δικαιολογία για να τον πιστεύεις κατά πόσο τον προσβάλει; Και αν δεν υπάρχει,
και ο κάθε άνθρωπος κρύβει τον Θεό του και όλα απειρίζουν προς τα πίσω και προς
τα μπρος και ούτω καθεξής κατά πόσο το πιστεύω σου πετυχαίνει τον σκοπό του
στην υπέρτατη στιγμή απελπισίας σου;
Αν αφαιρέσω την λογική μου, τα πράγματα θα έχουν δικιά τους;

